Η διδασκαλία της Ελληνικής στα παιδιά της διασποράς του Ηνωμένου Βασιλείου: Καιρός για δράση απέναντι σε ένα τοπίο που αλλάζει


Καθώς το ελληνόφωνο στοιχείο στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξάνεται και αλλάζει, γίνεται όλο και πιο επιτακτική για την παροικιακή εκπαίδευση η ανάγκη προσαρμογής στα νέα δημογραφικά, παιδαγωγικά και γλωσσικά δεδομένα.


Πέτρος Καρατσαρέας

@pkaratsareas


Η πρόσφατη έρευνα των Λόη Λαμπριανίδη και Μανώλη Πρατσινάκη από το London School of Economics έδειξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, μαζί με τη Γερμανία, ένας από τους κύριους προορισμούς ανθρώπων που μετανάστευσαν από την Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2009. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών του ΗΒ επιβεβαιώνουν αυτό το εύρημα. Από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και τον Απρίλιο του 2020 υπέβαλαν αίτηση στο πρόγραμμα καταγραφής των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EU Settlement Scheme) 77.300 Έλληνες πολίτες προκειμένου να αποκτήσουν καθεστώς μόνιμου ή προσωρινά διαμένοντος στη χώρα στη μετά Brexit εποχή. Ο αριθμός αυτός είναι σίγουρο ότι θα αυξηθεί στο μέλλον, αφού η προθεσμία καταγραφής λήγει (σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα) στις 30 Ιουνίου του 2021.


Η έρευνα έδειξε επίσης ότι η μεγαλύτερη έξοδος από την Ελλάδα σημειώθηκε το 2012 και 2013. Ενώ στην αρχή η πλειοψηφία των μεταναστών έφερε αρκετά από τα χαρακτηριστικά ενός brain drain (πτυχιούχοι, επιστήμονες, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό), στη συνέχεια οι μεταναστευτικές ροές απέκτησαν μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Περισσότεροι άνθρωποι μετοίκησαν στο ΗΒ χωρίς απαραίτητα να έχουν στη φαρέτρα τους πανεπιστημιακούς τίτλους και επαγγελματική εξειδίκευση που να αποφέρει υψηλές απολαβές. Ανεξάρτητα από το μορφωτικό και επαγγελματικό τους προφίλ, οι νέοι μετανάστες που έχουν οικογένεια δηλώνουν ότι το μέλλον των παιδιών τους ήταν η σημαντικότερη κινητήρια δύναμη για να μετεγκατασταθούν στο ΗΒ. Σύμφωνα με τον Πρατσινάκη, μόνο 20% των νέων μεταναστών εκφράζει την επιθυμία να γυρίσει στην Ελλάδα, ενώ η άμεση επιστροφή είναι στα σχέδια μόνο του 5% όσων έφυγαν μετά από το 2010.



Νέα δεδομένα για την παροικιακή εκπαίδευση

Οι νέοι μετανάστες από την Ελλάδα έρχονται να προστεθούν σε ένα προϋπάρχον ελληνόφωνο στοιχείο στο ΗΒ, το οποίο μέχρι πριν την κρίση αποτελούνταν κυρίως από την Ελληνοκυπριακή κοινότητα (που αριθμεί περίπου 150.000 με 300.000 μέλη) και σε μικρότερο βαθμό από τις ελληνικής καταγωγής εφοπλιστικές οικογένειες του Λονδίνου και Έλληνες φοιτητές (σταθερά κάτω από τις 12.000 άτομα από το 2008 και μετά), κάποιοι από τους οποίους παρέμειναν στο ΗΒ μετά τις σπουδές τους. Τα παροικιακά σχολεία γίνονται ένα από τα πρώτα σημεία συνάντησης της παλιάς φρουράς με τους νεοαφιχθέντες καθώς οι δεύτεροι προσπαθούν να εξασφαλίσουν τρόπους έτσι ώστε τα παιδιά τους να διατηρήσουν (ή, στην περίπτωση παιδιών που γεννιούνται στο ΗΒ, να αποκτήσουν) την επαφή τους με την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, να καλλιεργήσουν τις γλωσσικές τους δεξιότητες (γραφή, ανάγνωση, παραγωγή και κατανόηση προφορικού λόγου) και όλοι μαζί να κοινωνικοποιηθούν με άλλους ανθρώπους στις τοπικές τους κοινότητες.


Η συνύπαρξη αυτή διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα για τα παροικιακά σχολεία. Από τη μια πλευρά, οι εγγραφές των παιδιών των νέων μεταναστών από την Ελλάδα (ένα μέρος από τους οποίους έχουν καταγωγή από άλλες χώρες όπως η Αλβανία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία) συντελούν θετικά στην οικονομική ευρωστία των σχολείων και τα βοηθούν στο να συνεχίσουν να προσφέρουν το έργο τους, γεγονός πολύ σημαντικό αν αναλογιστεί κανείς ότι μέσα σε 15 χρόνια έκλεισαν (ή συγχωνεύτηκαν) περίπου τα μισά παροικιακά σχολεία που λειτουργούσαν στο ΗΒ. Η αυξημένη παρουσία παιδιών που γεννήθηκαν είτε στην Ελλάδα (και ενδεχομένως και να φοίτησαν για κάποια χρόνια σε ελληνικό σχολείο) είτε στο ΗΒ από γονείς που μετανάστευσαν πρόσφατα σήμανε παράλληλα και αυξημένη παρουσία της ελληνικής γλώσσας στο σχολικό περιβάλλον αντί της αγγλικής. Ο τρόπος με τον οποίο τα νέα αυτά παιδιά μιλούν και χρησιμοποιούν τα Ελληνικά αλλά και οι εμπειρίες τους και αναμνήσεις τους από την Ελλάδα προσφέρουν μια νέα, προσιτή πηγή γνώσης και έναν επιτεύξιμο μαθησιακό στόχο σε μαθητές τρίτης και τέταρτης γενιάς που έχουν τα Αγγλικά ως πρώτη τους γλώσσα.


Από την άλλη, γίνονται όλο και εντονότερα αισθητές οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των μαθητών όσον αφορά τη μεταναστευτική βιογραφία των ίδιων και των γονιών τους, τα γλωσσικά τους ρεπερτόρια, την έκθεσή τους στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα εντός και εκτός του σχολείου, και τις ικανότητές τους στις δύο γλώσσες. Αυτό εγείρει προκλήσεις για τα παροικιακά σχολεία. Για παράδειγμα, ενώ κάποια σχολεία έχουν τη δυνατότητα και τους πόρους να δημιουργούν ξεχωριστά τμήματα για μαθητές με πρώτη γλώσσα την Ελληνική και μαθητές με πρώτη γλώσσα την Αγγλική, άλλα δε διαθέτουν τα μέσα για να το κάνουν (κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό, ανθρώπινο δυναμικό, χώρους διδασκαλίας, ώρες προγράμματος). Πέρα από τις δυσκολίες που παρουσιάζει για τους εκπαιδευτικούς, η συνδιδασκαλία στην ίδια τάξη έχει αρνητικό αντίκτυπο και στα ίδια τα παιδιά ιδιαίτερα αν δεν υπάρχει εξατομίκευση και προσαρμογή της μαθησιακής διαδικασίας στις ανάγκες όλων των μαθητών. Παιδιά με πρώτη γλώσσα την Ελληνική είναι πιθανό να βρουν το μάθημα πολύ εύκολο και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Στον αντίποδα βρίσκονται τα παιδιά με πρώτη γλώσσα την Αγγλική, τα οποία μπορεί να απογοητευτούν από τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν στην προσπάθειά τους να φτάσουν το επίπεδο των «ελληνόφωνων» συμμαθητών τους. Υπάρχει επομένως ο κίνδυνος και οι δύο τύποι μαθητών να χάσουν το ενδιαφέρον τους και να εγκαταλείψουν το παροικιακό σχολείο.



Με το βλέμμα στο μέλλον

Η παροικιακή εκπαίδευση στο ΗΒ έχει μακρά ιστορία και μεγάλη προσφορά στην προστασία, τη διατήρηση, την ανάδειξη και τη συνέχιση της πολιτιστικής κληρονομιάς των διασπορικών κοινοτήτων από την Κύπρο και την Ελλάδα: τη γλώσσα, τις παραδόσεις, τη θρησκεία, το χορό, τη μουσική και το τραγούδι. Έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από την ίδρυση του σχολείου της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο, αρκετές δεκαετίες από την άνθηση των παροικιακών κοινοτήτων και συλλόγων σε όλη τη χώρα κατά την περίοδο 1950–1970 χάρη στις άοκνες και ανιδιοτελείς προσπάθειες κυρίως Ελληνοκυπρίων γονέων και κηδεμόνων, και 30 σχεδόν χρόνια από τη σύσταση του Ενιαίου Φορέα Ελληνικής Παροικιακής Εκπαίδευσης που συντονίζει τις ενέργειες των διαφορετικών εκπαιδευτικών φορέων που δραστηριοποιούνται στο ΗΒ. Η νέα μετανάστευση από την Ελλάδα αλλά και άλλες σημαντικές εξελίξεις όπως το Brexit και η πανδημία της COVID-19 συνθέτουν ένα νέο σκηνικό με καινούργιες δημογραφικές, παιδαγωγικές, γλωσσικές και λειτουργικές συνθήκες και απαιτήσεις. 


Με δεδομένη την προσήλωσή τους στον κοινό στόχο της παροχής υψηλού επιπέδου και κατάλληλης ελληνόγλωσσης παιδείας στα παιδιά της διασποράς, είναι τώρα η ώρα ώστε να συγκληθούν και να διαβουλευτούν όλοι οι παράγοντες που δραστηριοποιούνται στην παροικιακή εκπαίδευση, παλιοί και νέοι, από την Κύπρο και την Ελλάδα, και σε όλες τις μορφές τους (εκκλησιαστικά σχολεία, ανεξάρτητα σχολεία, ιδιωτικές πρωτοβουλίες). Εκπαιδευτικοί, διευθυντές, γονείς, σχολικές επιτροπές, σύλλογοι γονέων, εκπαιδευτικοί φορείς, οι εθνικές κυβερνήσεις της Κύπρου και της Ελλάδας μέσω των εκπαιδευτικών αποστολών τους πρέπει να εμπεδώσουν και να ανανεώσουν τις μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας και μαζί να αναπτύξουν τα εφόδια, υλικά και μη, που θα βοηθήσουν όλους να ανταπεξέλθουν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παρόν. Σε ένα τέτοιο πλάνο δράσης, είναι απαραίτητη η ενίσχυση της παρουσίας της ελληνικής κυβέρνησης στη βάση των ολοένα και αυξανόμενων μορφωτικών αναγκών Ελλήνων πολιτών, για τις οποίες δεν υπάρχει καμία στήριξη από τις τοπικές ή εθνικές κυβερνήσεις του ΗΒ. Είναι επίσης επιτακτική η ανάγκη μεγαλύτερης αξιοποίησης του εξειδικευμένου διδακτικού δυναμικού που μετεγκαταστάθηκε στο ΗΒ από το 2009 και μετά τόσο από την Ελλάδα όσο και από την Κύπρο για τη συνεχή βελτίωση της εκπαίδευσης που παρέχουν τα παροικιακά σχολεία.


Ο Πέτρος Καρατσαρέας είναι Λέκτορας Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Westminster του Λονδίνου. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται η κοινωνιογλωσσολογία της πολυγλωσσίας και της πολύγλωσσης εκπαίδευσης, με έμφαση στις γλώσσες των μεταναστών του Ηνωμένου Βασιλείου και ειδικά την Ελληνική στην ελληνοκυπριακή παροικία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και εργασίες σχετικά με την κυπριακή διάλεκτο στο Ηνωμένο Βασίλειο και την αξιοποίησή της στη γλωσσική διδασκαλία. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.


Photo credit: Food vector created by macrovector - www.freepik.com

Post a comment

0 Comments